Όταν κάποιος ακούει τη φράση «εξαφάνιση ειδών», αναμφίβολα τα πρώτα που του έρχονται στο μυαλό είναι οι δεινόσαυροι και ο αστεροειδής που τους εξαφάνισε πριν από 66 εκατομμύρια έτη. Όμως η ιστορία της ζωής στη Γη εκτείνεται σε βάθος δισεκατομμυρίων χρόνων. Η ζωή εμφανίστηκε πολύ νωρίς στην ιστορία του πλανήτη και με την πάροδο του χρόνου, εξελίχθηκαν ολοένα και πιο σύνθετες μορφές ζωής, με φυτά και ζώα να κυριαρχούν στα οικοσυστήματα εκατοντάδες εκατομμύρια χρόνια πριν από την εποχή των δεινοσαύρων. Η εξαφάνιση των δεινοσαύρων, όσο τρομερή και αν ήταν, δεν ήταν η πιο εκτεταμένη. Πριν από 252 εκατομμύρια χρόνια η Γη βίωσε ένα κλιματικό σοκ που παραλίγο να την νεκρώσει εντελώς, που εξαφάνισε το 90% όλων των ειδών (Britannica, n.d.) και που στην διεθνή βιβλιογραφία ονομάζεται "the great dying", δηλαδή "το μεγάλο θανατικό".
Λίγο πριν από το τέλος της Πέρμιας περιόδου, η εικόνα της Γης ήταν ριζικά διαφορετική από τη σημερινή. Όλες σχεδόν οι ήπειροι είχαν ενωθεί στην υπερήπειρο Παγγαία, γεγονός που επηρέαζε έντονα το κλίμα: το εσωτερικό της ήταν θερμό και ξηρό, με μεγάλες ερημικές εκτάσεις, ενώ οι παράκτιες περιοχές ήταν πιο υγρές και εύφορες. Στη στεριά κυριαρχούσαν τα γυμνόσπερμα φυτά, όπως τα πρώιμα κωνοφόρα και οι σπερματόφυτες φτέρες (Stanley & Lucjaz, 2015, pp.348-351). Τα οικοσυστήματα αυτά φιλοξενούσαν πληθώρα ζώων. Τα έντομα εξαπλώθηκαν και απέκτησαν σημαντικό οικολογικό ρόλο. Έχουν βρεθεί απολιθώματα εντόμων σε μέγεθος πτηνού, αλλά και μυριαπόδων που έμοιαζαν με σαρανταποδαρούσες, μήκους αρκετών μέτρων (Stanley & Lucjaz, 2015, p. 351). Επίσης στην στεριά κυριαρχούσαν οι θεραψίδες, που θεωρούνται οι πρόγονοι των θηλαστικών. Ήταν ερπετόμορφα ζώα που συνδύαζαν χαρακτηριστικά ερπετών και θηλαστικών και αποτελούσαν τα κυρίαρχα χερσαία σπονδυλωτά της εποχής (Stanley & Lucjaz, 2015, p. 355). Στις θάλασσες, η ζωή ήταν εξίσου ανεπτυγμένη και ίσως πιο ποικιλόμορφη από ότι σήμερα (Ross & Ross, 2025): βραγχιονόποδα, αμμωνιτοειδή, κοράλλια, σπόγγοι και διάφορα είδη ψαριών συγκροτούσαν πολύπλοκες τροφικές αλυσίδες (Stanley & Lucjaz, 2015, p. 342).
Οι Σιβηρικές Παγίδες (Siberian Traps), είναι τεράστιες εκτάσεις ηφαιστειακού βράχου, που καλύπτουν μεγάλο μέρος της Σιβηρίας. Η ραδιοχρονολόγηση των βράχων δείχνει ότι περί τα 260 Ma και τα 251 Ma κολοσσιαία ηφαιστειακή δραστηριότητα έλαβε χώρα στην περιοχή. Αυτοί οι δύο ηφαιστειακοί παλμοί ταιριάζουν με τις δύο εξαφανίσεις: την μικρή της Γουαδαλούπιας και την κύρια PT (Stanley & Lucjaz, 2015, p. 361). Υπολογίζεται ότι η δραστηριότητα αυτή είχε ως άμεσο αποτέλεσμα την έκλυση τριών εκατομμυρίων κυβικών χιλιομέτρων λάβας (Shen, 2024).
Η ηφαιστειακή δραστηριότητα είναι γνωστό ότι εκλύει αέρια, κυρίως διοξείδιο του άνθρακα και διοξείδιο του θείου, τα οποία είναι άμεσα, ή έμμεσα αέρια του θερμοκηπίου και έχουν σημαντικό κλιματικό αποτύπωμα. Όπως είναι φυσικό μια τέτοιου μεγέθους ηφαιστειακή δραστηριότητα θα απελευθέρωνε τεράστιες ποσότητες αερίων, επηρεάζοντας το κλίμα. Για μια μεγάλη καταστροφή όμως δεν αρκεί ποτέ ένας μόνο παράγοντας, συνήθως οι μεγάλες καταστροφές είναι αποτέλεσμα συνδυασμού παραγόντων. Απ' ότι φαίνεται το ανερχόμενο μάγμα είχε διεισδύσει σε μεγάλες αποθέσεις άνθρακα, από την Λιθανθρακοφόρο (Carboniferous) επόχή. Η Λιθανθρακοφόρος είναι η εποχή που μας προμηθεύει με το καύσιμο που κινεί την οικονομία μας σήμερα. Σύμφωνα με τους Orden & Sleep (2012), η έκκρηξη του μάγματος μέσα από αυτά τα ανθρακικά αποθέματα απελευθέρωσε στην ατμόσφαιρα τρία τρισεκατομμύρια τόνους άνθρακα, σε τρεις παλμούς. Σύμφωνα με τους Stanley & Lucjaz (2015, p. 361), ο άνθρακας αυτός είχε παγιδευμένο μεθάνιο, το οποίο επίσης απελευθερώθηκε σε μεγάλες ποσότητες στην ατμόσφαιρα, δυσχεραίνοντας την κλιματική εξίσωση, καθώς είναι και αυτό αέριο του θερμοκηπίου. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τα γεωλογικά δεδομένα, τα οποία δείχνουν απελευθέρωση ελαφρού ισοτοπικά άνθρακα (Orden & Sleep, 2012; Stanley & Lucjaz, 2015, p. 361).
Η ξαφνική απελευθέρωση τρισεκατομμυρίων τόνων άνθρακα στην ατμόσφαιρα οδήγησε σε ακραία κατάσταση θερμοκηπίου και παγκόσμια θέρμανση. Σύμφωνα με εκτιμήσεις η παγκόσμια θερμοκρασία ανέβηκε έως και δέκα βαθμούς Κελσίου (Shen, 2024). Η απότομη αυτή θέρμανση οδήγησε με την σειρά της σε ανοξία στα βάθη των ωκεανών, καταστρέφοντας την τροφική αλυσίδα. Για το πως έγινε το ντόμινο της βιοτικής κατάρρευσης υπάρχουν διάφορες πιθανές εξηγήσεις, όλες όμως έχουν στον πυρήνα τους την ανοξία των ωκεανών και την υψηλή θερμοκρασία (Stanley & Lucjaz, 2015, p. 361).
Η μελέτη των Becker et al. (2001) εξετάζει την πιθανότητα ενός εξωγήινου συμβάντος πρόσκρουσης στο όριο PT, βασιζόμενη στην ανάλυση φουλερενίων (C₆₀–C₂₀₀) που εντοπίστηκαν σε ιζήματα του συγκεκριμένου στρωματογραφικού ορίζοντα. Τα φουλερένια αυτά περιέχουν παγιδευμένα ευγενή αέρια (ήλιο και αργό) με ισοτοπικές αναλογίες παρόμοιες με εκείνες των ανθρακούχων χονδριτών, γεγονός που υποδηλώνει εξωγήινη προέλευση. Οι συγγραφείς προτείνουν ότι μία βολίδα ενδέχεται να συνέβαλε στην εξαφάνιση της Πέρμιας. Η μελέτη των Basu et al. (2003) παρουσιάζει ευρήματα χονδριτικών μετεωριτικών θραυσμάτων στη στρωματογραφία του ορίου PT στην Ανταρκτική, συγκεκριμένα στην περιοχή Graphite Peak. Όμως το πιο ενδιαφέρον επιστημονικά εύρημα είναι η μεγάλη (διαμέτρου 500km), βαρυτική ανωμαλία στην περιοχή Wilkes Land της Ανταρκτικής που περιγράφεται από τους von Frese et al. (2009), η οποία μπορεί να υποδηλώνει λέπτυνση του φλοιού λόγω πρόσκρουσης. Τα μετεωριτικά ευρήματα και τα απολιθώματα της έρευνας αυτής στρέφουν τους επιστήμονες προς το τέλος της Πέρμιας περιόδου (von Frese et al., 2009).
Ήταν η διαπιστωμένη ηφαιστειακή δραστηριότητα ο μοναδικός ένοχος για αυτή την τρομακτική καταστροφή; Συνέπεσε μαζί με πτώση βολίδας; Η βολίδα προκάλεσε την ηφαιστειακή δραστηριότητα; Είναι μερικά μονάχα από τα ερωτήματα που καλείται να απαντήσει η επιστήμη.
Basu, A. R., Petaev, M. I., Poreda, R. J., Jacobsen, S. B., & Becker, L. (2003). Chondritic meteorite fragments associated with the Permian–Triassic boundary in Antarctica. Science, 302(5649), 1388–1392. https://doi.org/10.1126/science.1090852
Becker, L., Poreda, R. J., Hunt, A. G., Bunch, T. E., & Rampino, M. (2001). Impact event at the Permian-Triassic boundary: Evidence from extraterrestrial noble gases in fullerenes. Science, 291(5503), 1530–1533. https://doi.org/10.1126/science.1057243
Britannica Editors (2026, January 2). Permian extinction. Encyclopedia Britannica. https://www.britannica.com/science/Permian-extinction
Ross, C.A., Ross, J.R. (2025, July 5). Permian Period. Encyclopedia Britannica.https://www.britannica.com/science/Permian-Period
Kaiho, K., Saito, R., Ito, K., Miyaji, T., Biswas, R., Tian, L., Sano, H., Shi, Z., Takahashi, S., Tong, J., Liang, L., Oba, M., Nara, F. W., Tsuchiya, N., & Chen, Z.-Q. (2016). Effects of soil erosion and anoxic–euxinic ocean in the Permian–Triassic marine crisis. Heliyon, 2(8), e00137. https://doi.org/10.1016/j.heliyon.2016.e00137
Kansas Geological Survey. (n.d.). Mass extinction at the end of the Permian period. GeoKansas, University of Kansas. https://geokansas.ku.edu/mass-extinction-end-permian-period
Ogden, D. E., & Sleep, N. H. (2012). Explosive eruption of coal and basalt and the end-Permian mass extinction. Proceedings of the National Academy of Sciences of the United States of America, 109(1), 59–62. https://doi.org/10.1073/pnas.1118675109
Scotese, C. R., Vérard, C., Burgener, L., Elling, R. P., & Kocsis, Á. T. (2024). Phanerozoic-scope supplementary material to "The Cretaceous World: Plate Tectonics, Paleogeography, and Paleoclimate" from the PALEOMAP project (Version v24221) [Data set]. Zenodo. https://doi.org/10.5281/zenodo.10659112
Shen, S. (2024). The Permian-Triassic Extinction Event: Causes, Consequences, and Contemporary Relevance. Transactions on Materials, Biotechnology and Life Sciences, 4, 242-248. https://doi.org/10.62051/gs9fsn90
Stanley, S. M., & Lucjaz, J. A. (2015). Earth system history (4th ed.). W. H. Freeman and Company.
von Frese, R. R. B., L. V. Potts, S. B. Wells, T. E. Leftwich, H. R. Kim, J. W. Kim, A. V. Golynsky, O. Hernandez, and L. R. Gaya-Piqué (2009), GRACE gravity evidence for an impact basin in Wilkes Land, Antarctica, Geochem. Geophys. Geosyst., 10, Q02014, https://doi.org/10.1029/2008GC002149